Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2013

7.43

Οι γείτονες

Οι γείτονες
είναι καινούριοι.
Έχουν καταπράσινο γρασίδι που όταν κουρεύεται κάνει τρομερή φασαρία η μηχανή και με ξυπνάει.
Κι οταν ποτίζεται το βράδυ εκεί που ηρεμώ στη βεράντα
κάνει ξαφνικά ΦΤ-ΤΣ-ΤΣ-ΤΣΣΣ
και καμια φορά βρέχομαι.
Κι έχουν ενα σκύλο που τρομάζει τις γάτες μου
κι ενα μωρό που συνέχεια τσιρίζει και κλαίει
και τα βράδια πλέον πρέπει να χαμηλώνω τη μουσική
και πρέπει, οταν είμαστε στη βεράντα να ψιθυρίζουμε.

Οι γείτονες
όταν κουρεύουν το γρασίδι μυρίζει υπέροχα.
Aπο παιδί λάτρευα αυτή τη μυρωδιά.
Κι όταν ποτίζεται, το βράδυ, θέλω να πηδήξω τα κάγκελα
και ξυπόλυτη να χοροπηδήσω και να παίξω με το νερό
και μούσκεμα να ξαπλώσω στο γρασίδι γελώντας μόνη μου, σαν παιδάκι.
Κι ο σκύλος που έχουν οι γείτονες είναι μια όμορφη μουτσούνα
που της μιλώ απ'το μπαλκόνι
και στρίβει το κεφάλι της μια δεξιά και μια αριστερά
σε κάθε μου πρόταση που συνήθως είναι χαζούλικη. Κάνουμε φοβερές συζητήσεις!
Κι οταν κουνάει την ουρά της είναι σαν να μου χαμογελάει
κι όταν κυνηγάει τις γάτες μου βάζω τα γέλια
γιατί θέλει μόνο να παίξει κι αυτές πανικοβάλλονται και τρέχουν
αλλα το επόμενο λεπτο να'τες πάλι,
ξαναμπαίνουν στον κήπο..
Και η μπέμπα των γειτόνων έχει την πιο γλυκιά φωνούλα
και το πιο γλυκό και ντροπαλό χαμογελάκι.
Και τα βράδια
μαλώνω εγω τους φίλους μου να χαμηλώνουν τη μουσική, τις φωνές μας και τα γέλια μας.
Οχι γιατί "πρέπει",
αλλά γιατί τα όνειρα που θα βλέπει θα είναι σαν εκείνο. Αγνά κι όμορφα.

Και θα μεγαλώσει και το αγνό κι όμορφο
θα αντικατασταθεί απο όνειρα σαν κι αυτά
που μας χαλαν τον δικό μας ύπνο
και αντιστρέφουν τα δικά μας χαμόγελα
και κάνουν τη δική μας φωνή τραχιά.
.....

Πινέλα στα μαλλιά

Όταν ήμουν μικρούλα ζωγράφιζα μανιωδώς τους τοίχους
και συνέχεια με μάλωναν.
Μετά ζωγράφιζα μόνο τους τοίχους του δωματίου μου
και είχα ανακαλύψει οτι μπορώ να την σκαπουλάρω ευκολότερα έτσι
ζωγραφίζοντας πίσω απο έπιπλα, καναπέδες, χαμηλά σημεία,
όπου χωρούσα είτ' εγω είτε μόνο το χέρι μου υπήρχαν γραμμές απο μαρκαδόρους και ξυλομπογιές
θα αργούσαν να τα δουν και να με μαλώσουν πάλι.
Και μια φορά, πρέπει να' μουν 5,
είχα ζωγραφίσει στον τοίχο μου
ενα τεράστιο στρογγυλό χέρι και πάνω στο χέρι είχα βάλει σπιτάκια,
σύννεφα, ενα ψάρι και διάφορα άλλα.
Και θυμάμαι τον απηυδισμένο κι έξαλλο μπαμπά μου
να ξαναβάφει για δεύτερη φορά σ'ενα μήνα, τον τοίχο ανοιχτό ροζ
και να μουρμουράει "δεν μπορώ, δεν αντέχω άλλο"
κι εγω έκλαιγα γιατί θεωρούσα το χέρι αριστούργημα και δεν ήθελα να φύγει
κι αναρωτιόμουν πως στο καλό δεν το βλέπουν αυτό και γιατί το ξαναβάφουν!
Κι αυτοί οι χαζούληδες νομίζαν οτι κλαίω για το μάλωμα.
Αποφάσισα να ζωγραφίζω σε χαρτί
οχι για να μην με ξαναμαλώσουν
αλλά για να σταματήσουν να μου χαλάνε τις ζωγραφιές.
Και κολλούσα τα χαρτιά μου με γάλα στο ψυγείο
και δεν ξεκολλούσαν με τίποτα.

Στο νηπιαγωγείο
όταν ολα τα παιδάκια παίζαν με διάφορα παιχνίδια
εγω έπαιρνα τις ξυλομπογιές
το μπλε ήταν ο μπαμπας, το κόκκινο ήταν η μαμά
το λαχανί ήταν το παιδάκι, το μωβ ήταν μια φίλη κ.ο.κ
και ήταν η οικογένεια μολυβιών και μιλούσε το ένα στο άλλο
και ερωτοτροπούσαν και μάλωναν κι απ' ολα.
Και μετά μπαίναν ξανά όλα στο κουτάκι τους και πήγαιναν για ύπνο.
Δεν ήθελα κούκλες και είχα άπειρες.
Ηθελα κι άλλες ξυλομπογιές
μαρκαδόρους
νερομπογιές και πινέλα.

Στο Δημοτικό ζωγράφιζα το θρανίο μέχρι να γεμίσει.
Και μετά άλλαζα θέση και ζωγράφιζα άλλο θρανίο.
Και μια μέρα, εκεί που ζωγράφιζα μια γοργόνα
στην πάνω αριστερά άκρη του θρανίου μου
μου άρπαξε το τσουλούφι ο κυρ Φώτης και με έβαλε τιμωρία.
Και με έβαλε με γόμα να καθαρίσω ολα τα θρανία που είχα ζωγραφίσει.
Και φώναξε τη μαμά μου για να της πεί
"οχι, φυσικά και δεν προσέχει στο μάθημα. Ζωγραφίζει. ΣΥΝΕΧΕΙΑ.
Δεν αντέχω άλλο.
Είμαι 30 χρόνια δάσκαλος. Πρώτη φορά τέτοιο πράγμα, σηκώνω τα χέρια ψηλά".


Σήμερα είμαι 30 χρονών εγω.
Με τα πινέλα μου συνήθως στερεώνω τα μαλλιά μου
Σήμερα βάφω ανθρώπους με βελόνες και πηχτά μελάνια
και αν το σχέδιο με εμπνέει χάνομαι σ'αυτό
όπως όταν ήμουν μικρή
και κανείς δεν με βάζει να σβήσω τίποτα με γόμες
ούτε με μαλώνει ούτε σηκώνει τα χέρια ψήλά.
Μόνο χαμόγελα
και η αθανασία της ζωγραφιάς δεν έχει ρίζα εγωική
γιατί είναι η αθανασία εκείνου του χεριού στον τοίχο μου
με τα σπιτάκια και τα σύννεφα και το ψάρι και τα διάφορα άλλα
και είναι η αθανασία της παιδικότητας
της έκφρασης και της γαλήνης μου
της αγνότητας.
Και κάπου εκεί
με βρίσκω.